του Φρανσίσκο Ντομίνγκες*
Όταν, το 1868, o Κουβανός ιδιοκτήτης σκλάβων Μανουέλ δε Σεσπέδες ξεκίνησε μιαν δεκαετή εθνική εξέγερση κατά της Ισπανίας, του Αποικιοκράτη Αφέντη, δεν φανταζόταν ότι έβαζε τόσο τις πολιτικές βάσεις μιας ανεξάρτητης Κούβας όσο και τα δομικά στοιχεία μιας νέας Κουβανικής ταυτότητας.
Οι ακαδημαϊκοί σωστά υποδεικνύουν ότι ο Δεκαετής Πόλεμος (1868-1878) αποδείχθηκε το «χωνευτήρι του [Κουβανικού] εθνικισμού των μαζών» καθώς για πρώτη φορά «μαύροι και λευκοί.. ενώθηκαν όλοι μαζί» στον αγώνα για ανεξαρτησία. Περίπου 70% των πολεμιστών και των αξιωματικών τους ήταν μαύροι οι μιγάδες [μουλάτοι, mulatto] και γι’ αυτό, η ρατσιστική ανησυχία ότι η Κούβα θα γίνει μια δεύτερη Αιτή άρχισε να κερδίζει έδαφος μεταξύ της διστακτικής λευκής ελίτ που είχε ταχθεί με την ανεξαρτησία. Στο δεύτερο πόλεμο της ανεξαρτησίας (1895-1898), οι μαύροι ήταν άνω του 85% των απλών φαντάρων, αυξάνοντας έτσι τις ανησυχίες της λευκής ελίτ για την ανεξαρτησία.
