Κείμενο: ομάδα εργασίας*

Ο Αντόνιο Γκράμσι θεωρεί ότι η εκπαίδευση έχει να κάνει μ’ έναν μηχανισμό κουλτούρας μέσα από τον οποίο η παλιά γενιά δίνει στη νέα γενιά όλη την εμπειρία του παρελθόντος, προκαθορισμένες κλίσεις και συνήθειες. Ο ιταλός στοχαστής εξετάζει τον άνθρωπο, συνεπώς και το μαθητή, ως δημιούργημά ιστορικό.

Στα πλαίσια αυτά, δεν μπορούμε με κανένα τρόπο να μιλήσουμε για μια a priori φύση του παιδιού, και του ανθρώπου γενικά, που προϋπάρχει και η οποία μένει μόνο να εκδηλωθεί. Κατακρίνει μάλιστα  εκείνη την παιδαγωγική η οποία θεωρεί την εκπαίδευση σαν το «ξεκουβάριασμα» κάποιου πράγματος, το οποίο ήδη υπάρχει υπό μορφή λανθάνουσας και πρωτότυπης «δύναμης». Η «δύναμη» αυτή δεν είναι παρά ένα ασαφές και άμορφο σύνολο αισθήσεων και εικόνων που συλλαμβάνεται από το παιδί  στις πρώτες μέρες της ζωής του.

Η παιδαγωγική αυτή η οποία έδωσε υπερβολική σημασία στον αυθορμητισμό και τη «φυσική» ανάπτυξη του παιδιού διατηρεί την αξία της μόνο σε αντιδιαστολή και αντιπαράθεση με τον «ιησουήτικο» τρόπο εκπαίδευσης που προηγήθηκε , ο οποίος στηριζόταν  σε έναν εξωτερικό και ωμό καταναγκασμό.  Ο Γκράμσι θεωρεί ότι «αρνούμενοι να σχηματίσουμε την προσωπικότητα του παιδιού απλώς επιτρέπουμε να εξελιχθεί η προσωπικότητα του συλλαμβάνοντας χαοτικά όλους τους λόγους της ζωής.» (Lombardi, 61). Η  μετάδοση  του μορφωτικού περιεχομένου γίνεται στο σχολείο από τον δάσκαλο, ο οποίος με τη ζωντανή δουλειά του  υλοποιεί και το δεσμό μόρφωση – εκπαίδευση. Μόρφωση δε μπορεί να υπάρξει χωρίς εκπαίδευση.

Ο δάσκαλος αντιπροσωπεύει την κριτική συνείδηση της κοινωνίας. Η θεωρία για το δάσκαλο ανάγεται στη θεωρία του για τους διανοούμενους. Ο δάσκαλος χρειάζεται να είναι σε θέση να αντιπροσωπεύσει τη συλλογική κριτική συνείδηση, καθώς  αποτελεί το ενδιάμεσο σημείο ανάμεσα στο περιβάλλον και τον εκπαιδευόμενο. Ο  δάσκαλος δε θα πρέπει να υποχωρεί στον «κοινό νου» και το καθήκον του συνίσταται στο να επιταχύνει και να πειθαρχήσει το σχηματισμό της προσωπικότητας του παιδιού, σύμφωνα με τον ανώτερο τύπο και όχι με τον κατώτερο. Ο εκπαιδευτής, έννοια που στον Γκράμσι διαχωρίζεται από το δάσκαλο, και το περιβάλλον θα πρέπει να έχουν μια σχέση αμοιβαίας δράσης. Το πρόβλημα είναι εκπαιδευτικό και πολιτικό. Το κράτος επεμβαίνει σ’ αυτή τη σχέση, επειδή έχει ανάγκη να θεωρηθεί η διαδικασία του πραγματικού ως  ενότητα κι όχι ως  ρήξη ανάμεσα στη δομή και το εποικοδόμημα.

Ο εξαναγκασμός στην εκπαίδευση.

Τα εκπαιδευτικά συστήματα μπορούν να είναι αποτελεσματικά μόνο αν υπάρχει σ’ αυτά μια ελάχιστη δόση εξαναγκασμού. Και τούτο γιατί ο Γκράμσι θεωρεί ότι ο σχηματισμός της προσωπικότητας του ατόμου δεν μπορεί να γίνει αυθόρμητα, αλλά μέσα από μια ορισμένη γραμμή, που επιβάλλεται, δηλαδή μέσα από μια πειθαρχία και μια μορφή εξαναγκασμού. Η παιδαγωγική που θέλει να εφαρμόσει μια αρχή ελευθερίας, εκπαιδεύοντας το άτομο απομονωμένο από τα άλλα είναι μια ψευδαίσθηση. Η ελευθερία δεν μπορεί να αποκολληθεί από την έννοια της ευθύνης. Επομένως, το άτομο που ενεργεί «αυθόρμητα» και «αυθαίρετα» δεν είναι ακριβώς ελεύθερο. Ελεύθερο είναι το άτομο, που πράττει «υπεύθυνα», δηλαδή ενεργεί σύμφωνα με μια συνειδητή κατεύθυνση. Θεωρεί τον αυθορμητισμό και την πρωτοτυπία ως αξίες σημαντικές εφόσον καταλήγουν σε συμπεράσματα γόνιμα και χρήσιμα στην εκπαιδευτική  διαδικασία. Το αληθινά πρωτότυπο άτομο δίνει το μέγιστο των ικανοτήτων και της ζωής του στην κοινωνία. Αντίθετα, ο «καθαρός» αυθορμητισμός τείνει να γίνει συνώνυμο της ακοινωνικότητας. Ένας συλλογικός οργανισμός αποτελείται από μεμονωμένα άτομα, τα οποία διαμορφώνουν τον οργανισμό, αφού συμμετέχουν και δέχονται ενεργητικά μια ιεραρχία και μια καθορισμένη ηγεσία. Αν ο καθένας χωριστά θεωρεί τον οργανισμό ως οντότητα ξένη προς στον εαυτό του, είναι φανερό ότι ο οργανισμός δεν υπάρχει πια και μετατρέπεται σε ένα φάντασμα της διανόησης.

Το ερώτημα μπορεί να τεθεί και ως εξής: «Πώς θα καταφέρει το κάθε μεμονωμένο άτομο να ενσωματωθεί στο συλλογικό άνθρωπο και πώς θα εξασκηθεί η εκπαιδευτική πίεση πάνω στα μεμονωμένα άτομα, κερδίζοντας από αυτά τη συγκατάθεση και τη συνεργασία, μετατρέποντας την ανάγκη και τον εξαναγκασμό σε «ελευθερία»;». (Lombardi, 72). Η πίεση, υποστηρίζει ο Γκράμσι, αν είναι εκπαιδευτική, παύει να είναι εξαναγκασμός και οδηγεί στη «συμφιλίωση» της ελευθερίας και του εξαναγκασμού. Η πειθαρχία, ως παιδαγωγική έννοια, δεν είναι παθητική αποδοχή, αλλά συνειδητή εφαρμογή των κατευθύνσεων, που πρέπει να εφαρμοστούν. Μέσα από τον εξαναγκασμό πραγματώνεται μια λογική πορεία, που ανταποκρίνεται στην ανάγκη να πετύχουμε ένα χρήσιμο αποτέλεσμα με ελάχιστη προσπάθεια κι επιπλέον είναι μια ελεύθερη αποδοχή, που γίνεται με σκοπό την εξέλιξη της ορθολογικής προσωπικότητας του παιδιού. Υποχωρεί έτσι η τοπικιστική και «μαγική» θέαση του κόσμου προς την κατεύθυνση μιας κριτικής ανάγνωσης της ιστορίας και της κοινωνίας.

«Πώς θα καταφέρει το κάθε μεμονωμένο άτομο να ενσωματωθεί στο συλλογικό άνθρωπο και πώς θα εξασκηθεί η εκπαιδευτική πίεση πάνω στα μεμονωμένα άτομα, κερδίζοντας από αυτά τη συγκατάθεση και τη συνεργασία, μετατρέποντας την ανάγκη και τον εξαναγκασμό σε «ελευθερία»;»
«Πώς θα καταφέρει το κάθε μεμονωμένο άτομο να ενσωματωθεί στο συλλογικό άνθρωπο και πώς θα εξασκηθεί η εκπαιδευτική πίεση πάνω στα μεμονωμένα άτομα, κερδίζοντας από αυτά τη συγκατάθεση και τη συνεργασία, μετατρέποντας την ανάγκη και τον εξαναγκασμό σε «ελευθερία»;»

Τι είναι μόρφωση και τι εκπαίδευση;

Στη συλλογιστική του Ιταλού μαρξιστή η κουλτούρα δεν είναι απλή πολυμάθεια και συσσώρευση γνώσεων, αλλά θεωρείται ως  το αποτέλεσμα μιας αυστηρής πνευματικής οργάνωσης. Η κουλτούρα είναι η πειθαρχία της εξυπνάδας και όλης της ύπαρξης ενός ατόμου. Γράφει σχετικά: «Είναι οργάνωση, πειθαρχία του εσωτερικού εγώ, μια ιδιοποίηση της προσωπικότητας, είναι η κατάκτηση μιας ανώτερης συνείδησης και με αυτή την κουλτούρα είναι δυνατόν το άτομο να κατανοήσει την ιστορική του αξία, τη λειτουργία του στη ζωή και τα καθήκοντά του». Θεωρεί μάλιστα ότι η αντίληψη της κουλτούρας ως χαώδους εγκυκλοπαιδικής γνώσης είναι βλαβερή. Αυτή η αντίληψη χρησιμεύει στο να δημιουργήσει ανθρώπους που πιστεύουν ότι είναι ανώτεροι απ’ τους άλλους, επειδή συσσώρευσαν στο μυαλό τους ένα σύνολο από στοιχεία και ημερομηνίες. (Lombardi, 78)

Αντίθετα, η αντίληψη της κουλτούρας σχετίζεται με τις πολιτικές του αντιλήψεις, γιατί βασίζεται στην ισότητα των ανθρώπων, ανεξάρτητα από την κοινωνική τους προέλευση. Σ’ αυτή την αποκτημένη συνείδηση πολιτικής και πολιτιστικής ισότητας  βρίσκεται το θεμέλιο της δημοκρατίας. Αυτή η συνείδηση εξάλλου αποτέλεσε τη βάση της εμφάνισης των δημοκρατιών στην αρχαιότητα. Λ.χ., στην αρχαία Ελλάδα καταρρίφθηκε η αντίληψη, η οποία ήθελε τους ευγενείς να κατάγονται από τους θεούς. Μια τέτοια αντίληψη κουλτούρας είναι συνώνυμη με την κριτικότητα. Η κριτικότητα έχει να κάνει με την απόκτηση της συνείδησης του εγώ. Κατά το Γκράμσι, η πολιτική ελευθερία προκύπτει ως αποτέλεσμα, όταν οι άνθρωποι αποκτούν συνείδηση του εγώ και ταυτόχρονα απελευθερώνονται από τα δεσμά της άγνοιας.

*Το κείμενο  γράφτηκε από ομάδα εργασίας (Βέρρας Στέργιος, Ζήσης Δημήτριος, Πομάκης Νικόλαος, Σουρλής  Κωνσταντίνος, Τζήκας Δημήτρης), στο Παιδαγωγικό Τμήμα του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (2008), για το μάθημα Διδακτικά Μοντέλα, μέθοδοι και οργάνωση της διδασκαλίας (διδάσκων: Γ.Γρόλλιος).

Βιβλιογραφία και παραπομπές

1. Δημήτρης Δημητράκος, (1981), Φιλοσοφία και Πολιτική – Μελέτες και Άρθρα. Εκδόσεις Λύχνος, Αθήνα.

2. Δημήτρης Δημητράκος, (1984), Παιδεία και Κοινωνική Αναμόρφωση – Μια Γκραμσιανή Προσέγγιση, Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα.

3. Attilio Monasta, (2000) “Antonio Gramsci”, International Bureau of Education, Prospects: the quarterly review of comparative education, vol XXIII, p. 597 – 612.

5. Φιοραβάντες Βασίλης, (1993), Μοντερνισμός και κουλτούρα, Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα.

6. Ν. 2525 (ΦΕΚ Α΄, 188/23 Σεπτεμβρίου 1997) Ενιαίο Λύκειο, πρόσβαση των αποφοίτων στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου κι άλλες διατάξεις.

https://www.e-prologos.gr/