Ο παρασκηνιακός πόλεμος πιέσεων κι εκβιασμών προκειμένου να «χαλαρώσει» η πολιτική της ΕΕ αναφορικά με την απαγόρευση χρήσης συγκεκριμένων επικίνδυνων ουσιών σε φυτοφάρμακα έρχεται στο φως μέσα από έγγραφα, τα οποία δημοσιεύει το Παρατηρητήριο της Ευρώπης των Πολυεθνικών (Corporate Europe Observatory). Συγκεκριμένα, καταγράφεται το χρονικό των αφόρητων πιέσεων αλλά και εκβιασμών που ασκήθηκαν από λομπίστες μεγάλων πολυεθνικών παραγωγής φυτοφαρμάκων με την αμέριστη «συμπαράσταση» των κυβερνήσεων ΗΠΑ-Καναδά αλλά και του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπόριου σε στελέχη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προκειμένου να αρθούν οι εν λόγω περιορισμοί. Το χειρότερο δε είναι πως οι πιέσεις αυτές φάνηκε -σε πρώτη φάση τουλάχιστον- να έχουν αποτέλεσμα…

Υπενθυμίζεται πως  εδώ κι αρκετό καιρό έχει ξεσπάσει θύελλα αντιδράσεων εναντίον της πολυεθνικής Bayer με επίκεντρο την εξαγορά της Μonsato. Κι αυτό γιατί η εν λόγω εταιρία παραγωγής φυτοφαρμάκων είχε κυκλοφορήσει στην αγορά το ζιζανιοκτόνο Roundup, το οποίο εμπεριέχει το συστατικό γλυφοσάτη, ουσία που έχει χαρακτηριστεί από τον Διεθνή Οργανισμό Ερευνών για τον Καρκίνο ως «πιθανώς καρκινογόνα για τον άνθρωπο». Μάλιστα, υπάρχουν ήδη σχετικές καταδίκες τα τελευταία χρόνια από αμερικάνικα δικαστήρια για πρόκληση καρκίνου.

Φαίνεται όμως πως η Bayer δεν «χαμπάριασε» ούτε από τις καταδίκες, ούτε από τον σάλο που ξέσπασε . Άλλωστε είχε μεγαλύτερα ζητήματα να αντιμετωπίσει. Κάπως έτσι, από κοινού με άλλες πολυεθνικές, όπως η BASF και η Syngenta, εξαπέλυσαν ένα λυσσαλέο αγώνα προκειμένου «ακυρώσουν» την απόφαση της ΕΕ να απαγορεύσει τις συγκεκριμένες επικίνδυνες ουσίες.

Ειδικότερα, όπως αποδεικνύεται από τη μελέτη που δημοσίευσε το Παρατηρητήριο της Ευρώπης των Πολυεθνικών, η ΕΕ είχε ανάμεσα στις βασικές στοχεύσεις της την απαγόρευση χρήσης συγκεκριμένων επικίνδυνων ουσιών σε φυτοφάρμακα, όπως για παράδειγμα «αυτές που είναι καρκινογενείς ή ενδοκρινικοί διαταρακτές». Σύμφωνα μάλιστα με έκθεση του κέντρου διεθνούς περιβαλλοντικού δικαίου (CIEL) από το 2015, υπάρχουν 82 φυτοφάρμακα τα οποία έχουν απαγορευτεί στην ΕΕ αλλά είναι εγκεκριμένα επισήμως στις ΗΠΑ. Επιπλέον, όπως αποκαλύπτει μελέτη άλλης διεθνούς νομικής εταιρείας  για το περιβαλλοντικό δίκαιο, περισσότερο από το ένα τέταρτο των ζιζανιοκτόνων που χρησιμοποιούνται στις ΗΠΑ είναι απαγορευμένα στην ΕΕ.

Ιδιαιτέρως σημαντικό είναι και το ζήτημα που εγείρεται σχετικά με το κονσερβοποιημένο φαγητό που εμπεριέχει επικίνδυνα κατάλοιπα φυτοφαρμάκων, αφού εάν δεν συνεχίσει να εισάγει στην ΕΕ, τότε δεν πρέπει να εισάγονται ούτε και τα συγκεκριμένα φυτοφάρμακα. Προκειμένου να αποφύγουν αυτή την εξέλιξη, λομπίστες της Bayer ήρθαν σε επαφή με τα γραφεία των επιτρόπων Γεωργίας καθώς και Υγείας και Κατανάλωσης καθιστώντας σαφές «πόσο απειλητική θα ήταν για το διεθνές εμπόριο».

Ο Μπολσονάρο, οι λομπίστες, το διεθνές εμπόριο και ο «Δούρειος Ίππος» στους ευρωπαϊκούς θεσμούς

Αξίζει δε να επισημανθεί ότι, όπως αποκαλύπτει η ίδια μελέτη, ο Ζαΐρ Μπολσονάρο, φρόντισε σε μια από τις πρώτες κινήσεις της προεδρίας του να αδειοδοτήσει 152 φυτοφάρμακα, τα οποία μέχρι τότε ήταν απαγορευμένα στη Βραζιλία. Με αυτό τον τρόπο όπως προκύπτει από μελέτη του Πανεπιστημίου του Σάο Παολο, από τα 504 ενεργά συστατικά που έχουν εγκριθεί στη Βραζιλία, τα 149 είναι απαγορευμένα στην ΕΕ,  ενώ την ίδια στιγμή δύο από τα δέκα πιο επιτυχημένα σε πωλήσεις φυτοφάρμακα στη Βραζιλία επίσης απαγορεύονται στην ΕΕ.

Οι εν λόγω απαγορεύσεις λοιπόν αποτελούσαν τεράστιο πρόβλημα για τις πολυεθνικές φυτοφαρμάκων, καθώς μείωναν σε πολύ μεγάλο βαθμό τα κέρδη τους. Έπρεπε λοιπόν με κάποιο τρόπο να αντιμετωπιστεί. Κι η λύση «βρέθηκε» φαίνεται πως είχε να κάνει με το διεθνές εμπόριο, καθώς ισχυρίστηκαν πως οι εν λόγω περιορισμοί αντίκειντο στην ελεύθερη διακίνηση προϊόντων αλλά και στις μεγάλες διακρατικές εμπορικές συμφωνίες.

Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός, όπως αποκαλύπτει η έκθεση του Παρατηρητηρίου,  τον Φεβρουάριο του 2018 η συμβουλευτική εταιρεία λόμπινγκ ΕΡΡΑ φέρεται να παρείχε συμβουλές στο γραφείο της επιτρόπου Ελιζαμπέτα Μπιενκόφσκα επικαλούμενη τη «μεγάλη εμπειρία της ως συμβούλου της Bayer», σχετικά πώς θα αλλάξει η επίμαχη νομοθεσία ώστε «να αυξηθεί η ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών εταιρειών όπως η Bayer, ο παγκόσμιος ηγέτης της αγοράς».

Επιπλέον, τον Ιούνιο του 2017 η καναδική ομάδα λόμπι Cereals Canada, που επίσης εκπροσωπεί και την Bayer, ήρθε σε επαφή με την ευρωπαϊκή Επιτροπή Εμπορίου εκφράζοντας «έντονη ανησυχία» για την πιθανότητα να απαγορευτεί από την ΕΕ η γλυφοσάτη, τονίζοντας ότι δεν υπάρχει νομικός λόγος για να γίνει κάτι τέτοιο.

Επιπλέον, οι εταιρείες φαίνεται πως βρήκαν κι έναν «Δούρειο Ίππο» στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών θεσμών προκειμένου να πετύχουν τον στόχο τους, κι αφορούσε τη λεγόμενη εκτίμηση REFIT (Regulatory Fitness and Performance programme ή αλλιώς ελληνιστί Κανονιστικό πρόγραμμα φυσικής κατάστασης και απόδοσης). Κι αυτό γιατί αυτό κλήθηκε να εξετάσει κατά πόσο οι ισχύοντες ευρωπαϊκοί νόμοι για τα ζιζανιοκτόνα είναι κατάλληλοι. μέσω αυτής της διαδικασίας η ευρωπαϊκή νομοθεσία σχετικά με τα φυτοφάρμακα. Το πρόβλημα ήταν ότι μέσω αυτής της διαδικασίας οι περιορισμοί σχετικά με τα επικίνδυνα φυτοφάρμακα θα μπορούσαν να γίνουν εκ νέου αντικείμενο διαπραγματεύσεων. Όπως κατήγγειλε μάλιστα το ευρωπαϊκό Δίκτυο Δράσης Φυτοφαρμάκων σχετικά με τη διαβούλευση που αφορούσε το REFIT, «οι 53 ερωτήσεις και υποερωτήσεις που συμπεριλαμβάνονταν στη διαβούλευση ήταν έντονα μεροληπτικές στο να εντοπίσουν πόσο επαχθείς είναι οι κανονισμοί για τα συμφέροντα της βιομηχανίας, παρά για τη χρησιμότητά τους για την υγεία και το περιβάλλον».

Η «σκυτάλη» των πιέσεων σε ΗΠΑ και Καναδά

Το έδαφος λοιπόν είχε στρωθεί, έπρεπε όμως να κορυφωθούν οι πιέσεις και σε επίπεδο κορυφής. Κάπου εδώ ανέλαβαν δράση οι κυβερνήσεις ΗΠΑ και Καναδά, οι οποίες διατηρούν πολύ στενές σχέσεις με τις εν λόγω πολυεθνικές.

Κάπως έτσι, η αμερικανική κυβέρνηση κατήγγειλε το Νοέμβριο του 2017- από κοινού με την Αυστραλία- την ΕΕ για την απόπειρα απαγόρευσης των χημικών ουσιών που προκαλούν ενδοκρινικές διαταραχές. Στην κοινή τους δήλωση σχετικά με το ζήτημα αναφέρονταν στην ύπαρξη μιας «ανεξάρτητης ανάλυσης» του 2016, η οποία υπολόγιζε τις παγκόσμιες ζημιές στο εμπόριο σε πάνω από 75 δισεκατομμύρια δολάρια, αλλά και τις ζημίες ειδικά για τις αμερικανικές εξαγωγές σε περίπου 5 δισεκατομμύρια δολάρια. Παράλληλα, οι ΗΠΑ έκαναν λόγο για ανησυχία των παραγωγών της ότι «θα σταματήσουν οι εξαγωγές προς την ΕΕ, εφόσον ισχύσουν κανονισμοί αναφορικά με τα μέγιστα επίπεδα υπολειμμάτων σε συγκεκριμένες ουσίες φυτοφαρμάκων».